ΙΑΤΡΙΚΑ ΝΕΑ

Οκτώβριος: Μήνας ενημέρωσης για τον καρκίνο του Μαστού

Ο καρκίνος του μαστού είναι ο συχνότερος τύπος καρκίνου στις γυναίκες. Περίπου 1 στις 9 γυναίκες θα αναπτύξει καρκίνο του μαστού κάποια στιγμή στη διάρκεια της ζωής της. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, περισσότερες από 250.000 νέες διαγνώσεις καρκίνου του μαστού γίνονται κάθε χρόνο και 90.000 γυναίκες πεθαίνουν από τη νόσο.

Στην Ελλάδα, τα νέα περιστατικά ανέρχονται σε περίπου 4.500 ετησίως και οι θάνατοι από καρκίνο του μαστού σε περίπου 1.600.

Αν ο καρκίνος διαγνωσθεί αρκετά γρήγορα, πριν επεκταθεί σε άλλα όργανα, το πενταετές ποσοστό επιβίωσης των γυναικών με καρκίνο του μαστού ξεπερνά το 95%. Παρ' όλες όμως τις προόδους στη διάγνωση και τη θεραπεία, ο καρκίνος του μαστού αποτελεί την κύρια αιτία θανάτων σχετιζόμενων με τον καρκίνο στις γυναίκες, και την υπ' αριθμόν τρία αιτία θανάτου συνολικά στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η Ελλάδα είναι δυστυχώς από τις χώρες όπου η διάγνωση του καρκίνου του μαστού γίνεται συνήθως όταν η νόσος είναι σε αρκετά προχωρημένο στάδιο. Το αποτέλεσμα είναι ότι η νόσος ελέγχεται πιο δύσκολα και οι πιθανότητες να εξαπλωθεί ο καρκίνος στους γειτονικούς ιστούς και λεμφαδένες (τοπικά υποτροπιάζων καρκίνος) ή σε άλλα σημεία του σώματος (μεταστατικός καρκίνος) είναι πολύ περισσότερες. Τα όργανα στα οποία γίνεται συχνότερα μετάσταση είναι τα οστά (συνήθως το πρώτο σημείο μετάστασης), το ήπαρ, ο εγκέφαλος και οι πνεύμονες. Στην περίπτωση αυτή, ο ρεαλιστικός στόχος της θεραπείας είναι η ανακούφιση από τα συμπτώματα, η καθυστέρηση της εξέλιξης της νόσου και η παράταση της ζωής. Περίπου 50% των ασθενών στις οποίες δε γίνεται έγκαιρη διάγνωση αναπτύσσουν μεταστατικό καρκίνο του μαστού και ο μέσος χρόνος επιβίωσής τους είναι 18 έως 30 μήνες.

Παράγοντες κινδύνου καρκίνου του μαστού

Οι αιτίες που προκαλούν καρκίνο του μαστού είναι άγνωστες. Υπάρχουν, ωστόσο, κάποιοι παράγοντες που μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου σε μια γυναίκα:

• Οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του μαστού
• Μέση ηλικία
• Ιστορικό καλοηθών νοσημάτων του μαστού
• Μακροχρόνια έκθεση σε ορμόνες, για παράδειγμα λόγω καθυστερημένης εμμηνόπαυσης ή θεραπείας ορμονικής υποκατάστασης σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.

Διάγνωση και θεραπεία

Τα συμπτώματα του καρκίνου του μαστού περιλαμβάνουν:

• Μία σκληρή μάζα που αναπτύσσεται στο μαστό ή στη μασχάλη, η οποία συνήθως είναι ανώδυνη και εμφανίζεται μόνο στη μία πλευρά
• Μεταβολή στο μέγεθος ή το σχήμα του μαστού
• Αλλαγές στο δέρμα, όπως εμφάνιση κοιλοτήτων, πτυχών ή ερυθρότητας
• Αλλαγές στη θηλή, όπως ασυνήθιστες εκκρίσεις ή εμφάνιση εξανθήματος γύρω από την περιοχή της θηλής

Η πρόληψη παραμένει πάντα η καλύτερη θεραπεία και, καθώς η ασθένεια είναι σήμερα ιάσιμη εάν ανιχνευθεί έγκαιρα, είναι πολύ σημαντικό οι γυναίκες,
• να ελέγχουν τακτικά το μαστό τους με ψηλάφηση, τουλάχιστον μία φορά το μήνα, μετά την 7η μέρα μετά την έναρξη της περιόδου.
• να επισκέπτονται άμεσα το γιατρό τους εάν παρατηρήσουν οποιαδήποτε ασυνήθιστη αλλαγή στο μαστό. Αυτός όμως δεν είναι λόγος πανικού, καθώς τα περισσότερα οζίδια του μαστού είναι καλοήθη (μη-καρκινικά) και μπορούν να αφαιρεθούν χωρίς επιπτώσεις
• να κάνουν μαστογραφία τακτικά. Η μαστογραφία συνιστάται μετά την ηλικία των 50 ετών ή και νωρίτερα αν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του μαστού ή υφίστανται άλλοι παράγοντες κινδύνου

Σε περίπτωση διάγνωσης, στόχος της θεραπείας είναι να εμποδίσει να εξαπλωθούν τα καρκινικά κύτταρα, δηλαδή τα κύτταρα που έχουν μεταλλαχθεί και πολλαπλασιάζονται με ταχύτατους ρυθμούς, και να τα σκοτώσει. Οι κλασικές θεραπείες για την αντιμετώπιση του καρκίνου του μαστού, πέραν της χειρουργικής επέμβασης (μαστεκτομής), είναι η ακτινοθεραπεία και η χημειοθεραπεία (φαρμακευτικές ουσίες που χορηγούνται από το στόμα ή ενδοφλεβίως, συνήθως σε διάφορους συνδυασμούς). Άλλες μορφές θεραπείας περιλαμβάνουν τις βιολογικές θεραπείες, την ορμονοθεραπεία.

Οι πρόσφατες εξελίξεις στην ιατρική έρευνα συνεχίζουν να εξοπλίζουν τους ογκολόγους με περισσότερο «στοχευμένες» θεραπείες, οι οποίες είναι εξαιρετικά επιλεκτικές και εντοπίζουν και καταστρέφουν τα καρκινικά κύτταρα, ελαχιστοποιώντας τη βλάβη στον υγιή ιστό.


Υψηλά τριγλυκερίδια: Τα αίτια ενός κοινού προβλήματος και οι επικίνδυνες συνέπειες

Τα αίτια εμφάνισης υψηλών τρικλυκεριδίων, πρόβλημα Diet-sign αρκετά συχνό για το σύγχρονο άνθρωπο, αλλά και απλές λύσεις με τις οποίες μπορεί καθένας να ελέγχει τα επίπεδά τους.

Τα τριγλυκερίδια είναι εστέρες λιπαρών οξέων και γλυκερόλης. Είναι κατεξοχήν η μορφή με την οποία ο οργανισμός αποθηκεύει λίπος στο λιπώδη ιστό για να το χρησιμοποιήσει σε περιόδους νηστείας. Η σωστή μέτρηση των τριγλυκεριδίων γίνεται μετά από δωδεκάωρη νηστεία.

Η αύξηση των τριγλυκεριδίων είναι συχνό παθολογικό πρόβλημα. Συμπτώματα από την αύξηση των τριγλυκεριδίων συχνά δεν υπάρχουν: Η αύξηση διαπιστώνεται τυχαία σε εργαστηριακούς ελέγχους.

Συνήθη παθολογικά αίτια αύξησης των τριγλυκεριδίων είναι η δυσμενής κληρονομικότητα, ο διαβήτης, ο αλκοολισμός, η παχυσαρκία, η νεφρική ανεπάρκεια, η κακή διατροφή, οι διαταραχές ορμονών, οι παρενέργειες φαρμάκων.

Όταν η αύξηση των τριγλυκεριδίων είναι μεγάλη, μπορεί να προκαλέσει παγκρεατίτιδα (μια επικίνδυνη νόσο του παγκρέατος), που χαρακτηρίζεται από φλεγμονή του οργάνου. Σε ευαίσθητους οργανισμούς η αύξηση των τριγλυκεριδίων, σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες (π.χ. αύξηση σακχάρου, κάπνισμα) συντελεί στην εμφάνιση αποφρακτικής αρτηριοσκληρυντικής αγγειοπάθειας και εκδηλώσεων (στυτικής δυσλειτουργίας, εμφράγματος, εγκεφαλικού επεισοδίου, ανευρυσμάτων, αγγειακής άνοιας). Ο κίνδυνος εμφάνισης βλαβών από τα τριγλυκερίδια δεν είναι ίδιος σε όλα τα άτομα.

Κατά τη λεπτομερή κλινικοεργαστηριακή αξιολόγηση, ο έμπειρος κλινικός ιατρός, θα εντοπίσει το αίτιο της αύξησης των τριγλυκεριδίων, θα διαπιστώσει εάν έχετε αυξημένη ευαισθησία για εμφάνιση βλαβών από τα τριγλυκερίδια, θα καθορίσει τους εξατομικευμένους θεραπευτικούς στόχους και τον τρόπο επίτευξής τους, θα χορηγήσει εξατομικευμένα διατροφικά προγράμματα με λειτουργικά τρόφιμα. Σήμερα υπάρχει αποτελεσματική θεραπεία.

Γενικές αρχές που πρέπει να ακολουθείτε εσείς που έχετε υψηλά τριγλυκερίδια:

• Να αποφεύγετε την καθιστική ζωή. Η άσκηση συντελεί στην καύση των τριγλυκεριδίων που πλεονάζουν.
• Αποφύγετε trans λιπαρά ζωικά κορεσμένα λιπαρά φοινικέλαιο και καρύδα. Τα trans λιπαρά είναι αποτέλεσμα χημικής επεξεργασίας φυτικών λιπαρών που αποσκοπεί στη βελτιστοποίηση των φυσικών τους ιδιοτήτων, χρησιμοποιούνται ευρέως σε ταχυφαγεία και κατά την τυποποίηση και σημαίνονται ως υδρογονωμένα λιπαρά στις ετικέτες τροφίμων. Τα ζωικά λιπαρά αφθονούν σε αλλαντικά κόκκινα κρέατα σκληρά τυριά. Πλούσια σε φοινικέλαιο είναι ορισμένα δημοφιλή snack όπως το ποπ κορν.

• Αποφύγετε ζάχαρη, φρουκτόζη.
• Προσθέστε φυτικές ίνες στη διατροφή σας.
• Ακολουθήστε σταδιακό πρόγραμμα απώλειας βάρους εάν το βάρος σας πλεονάζει


Οι τροφές που μειώνουν τη χοληστερίνη

Μια σωστή και ισορροπημένη διατροφή σε συνδυασμό με τακτική άσκηση συντελούν στην καλή διατήρηση της καρδιάς και της υγείας μας γενικότερα.

Το άγχος, η κληρονομικότητα, η κακή διατροφή, το κάπνισμα, η παχυσαρκία οδηγούν στην αύξηση της χοληστερίνης και των τριγλυκεριδίων και αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων.

Ας γνωρίσουμε τους «σύμμαχους» της καρδιάς μας!

Βρώμη

Η βρώμη είναι ένα δημητριακό πλούσιο σε φυτικές ίνες, βιταμίνες του συμπλέγματος Β, πρωτεΐνες και αντιοξειδωτικά. Ξεκινήστε την ημέρα σας, με ένα υγιεινό πρωινό που θα περιλαμβάνει 2 μερίδες βρώμης (1 μερίδα:45 g) καθημερινά. Προσθέστε φρούτα, ξηρούς καρπούς, ξηρά φρούτα ή και κομμάτια μαύρης σοκολάτας και απολαύστε!

Μελέτες έχουν δείξει ότι η συγκεκριμένη ποσότητα βρώμης μπορεί να μειώσει τα επίπεδα της LDL χοληστερόλης κατά 5 % σε μόλις έξι εβδομάδες.

Κόκκινο κρασί

Έρευνες έχουν δείξει ότι τα κόκκινα σταφύλια είναι πλούσια σε φυτικές ίνες, οι οποίες συμβάλλουν σημαντικά στη μείωση των επιπέδων της χοληστερίνης.

Ένα ποτήρι κρασί με το γεύμα σας ή το δείπνο σας μπορεί να βελτιώσει τα επίπεδα της HDL χοληστερόλης.

Σολομός και λιπαρά ψάρια

Τα ω-3 λιπαρά οξέα βοηθούν τη μείωση των καρδιαγγειακών παθήσεων. Μια διατροφή πλούσια σε ω-3 λιπαρά μπορεί να μειώσει τα επίπεδα των επιβλαβών λιπιδίων στον οργανισμό όπως η χοληστερόλη και τα τριγλυκερίδια και να αυξήσει την καλή χοληστερόλη (HDL). Σύμφωνα με έρευνα, αντικαθιστώντας τα κορεσμένα λίπη με ωμέγα-3 λιπαρά οξέα, όπως εκείνα που βρίσκονται στο σολομό, στις σαρδέλες, και τη ρέγκα μπορεί να αυξήσει την καλή χοληστερόλη έως και 4%.

Ξηροί καρποί

Εάν θέλετε να μειώσετε τη χοληστερόλη σας, ίσως πρέπει να βάλετε λίγους ξηρούς καρπούς στην καθημερινή σας διατροφή. Σε μια μελέτη που δημοσιεύθηκε από το American Journal of Clinical Nutrition, οι άνθρωποι που κατανάλωσαν 42 γραμμάρια καρύδια, έξι ημέρες την εβδομάδα για ένα μήνα μείωσαν την ολική χοληστερόλη τους κατά 5,4% και την LDL χοληστερόλη κατά 9,3%. Επίσης, τα αμύγδαλα και τα κάσιους είναι πολύ καλές επιλογές.

Ωστόσο, ενώ οι ξηροί καρποί είναι τροφή ωφέλιμη για μια υγιή καρδιά, είναι επίσης τροφή με υψηλή περιεκτικότητα σε θερμίδες. Όσον αφορά την ποσότητα, 10-15 μετρίου μεγέθους ξηροί καρποί είναι μια καλή πρόταση για να μειώσετε τη χοληστερίνη σας.

Όσπρια

Τα όσπρια και κυρίως τα φασόλια είναι πλούσια σε διαλυτές φυτικές ίνες που συμβάλλουν στη μείωση της χοληστερόλης. Σύμφωνα με έρευνα, διαπιστώθηκε ότι η κατανάλωση ενός φλιτζανιού οποιουδήποτε όσπριου την ημέρα μπορεί να μειώσει τη χοληστερόλη έως και 10% σε έξι μόλις εβδομάδες.

Πράσινο - μαύρο τσάι

Παρόλο που το πράσινο τσάι έχει γίνει ευρέως γνωστό για τις αντιοξειδωτικές του ιδιότητες, αποτελεί επίσης ένα όπλο στη μείωση της LDL χοληστερόλης. Πιο συγκεκριμένα, η κατανάλωση πράσινου τσαγιού φαίνεται ότι μειώνει την «κακή» LDL χοληστερόλη χωρίς να επηρεάζει τα επίπεδα της «καλής» HDL χοληστερόλης. Σύμφωνα με άλλη έρευνα, το μαύρο τσάι αποδείχτηκε ότι μείωσε τα λιπίδια του αίματος έως 10% σε τρεις μόνο εβδομάδες.

Καταναλώστε 1 φλιτζάνι καφέ την ημέρα και αντικαταστήστε τους υπόλοιπους με πράσινο ή μαύρο τσάι.

Μαύρη σοκολάτα

Η μαύρη σοκολάτα είναι ένα ισχυρό αντιοξειδωτικό που μπορεί να μειώσει την LDL, δηλαδή την κακή χοληστερόλη του αίματος.
Σε σύγκριση με τη σοκολάτα γάλακτος, η μαύρη σοκολάτα έχει 3 φορές περισσότερα αντιοξειδωτικά, τα οποία συμβάλλουν στην αποφυγή απόφραξης των αρτηριών.

Μαργαρίνη

Η φυτική μαργαρίνη είναι ένα εύγευστο και εύκολο στη χρήση τρόφιμο, που ανταποκρίνεται στις σύγχρονες διατροφικές απαιτήσεις και στις επίσημες κατευθυντήριες οδηγίες για την προστασία της καρδιάς αλλά και τη γενικότερη προαγωγή της υγείας. Η μαργαρίνη είναι πλούσια σε φυτικές στερόλες, οι όποιες μειώνουν δραστικά τη χοληστερίνη.

Αντικαταστήστε το βούτυρο με φυτική μαργαρίνη ή με ελαιόλαδο, λαμβάνοντας υπόψη το υψηλό θερμιδικό κόστος.

Σπανάκι

Το σπανάκι όπως και τα περισσότερα πράσινα φυλλώδη λαχανικά περιέχει λουτεΐνη, μια ουσία που μας προστατεύει από το έμφραγμα, αφού κρατάει τις αρτηρίες μας «καθαρές» από τη χοληστερίνη. Μισή κούπα σπανάκι την ημέρα, είναι ό,τι πρέπει για να διατηρήσετε τη χοληστερίνη σας στα σωστά επίπεδα. Για την καλύτερη απορρόφηση της λουτεΐνης προσθέστε 1 κουταλάκι ελαιόλαδο.

Αβοκάντο

Τα αβοκάντο αποτελεί πλούσια πηγή μονοακόρεστων λιπαρών οξέων, ένα είδος λίπους που μπορεί πραγματικά να βοηθήσει στην αύξηση της HDL χοληστερόλης και να μειώσει την LDL. Το αβοκάντο είναι επίσης πλούσιο σε βήτα σιτοστερόλη, μια ουσία που έχει αποδειχθεί ότι συμβάλλει στη μείωση της LDL «κακής» χοληστερόλης στο αίμα.

Το αβοκάντο, όμως, έχει υψηλή περιεκτικότητα σε θερμίδες και λιπαρά (300 θερμίδες και 30 γραμμάρια λίπους ανά αβοκάντο), γι' αυτό πρέπει να τα καταναλώνουμε με μέτρο.

Σκόρδο

Το σκόρδο έχει βρεθεί ότι μειώνει τη χοληστερίνη, προλαμβάνει το σχηματισμό θρόμβων στο αίμα, μειώνει την αρτηριακή πίεση και προστατεύει από λοιμώξεις. Συμβάλλει, επίσης, στην πρόληψη της απόφραξης των αγγείων, οι οποίες αποδίδονται στην αθηρωματική πλάκα που προσκολλάται στα τοιχώματα των αγγείων

Ελαιόλαδο

Το ελαιόλαδο αποτελεί πλούσια πηγή μονοακόρεστων λιπαρών οξέων. Επιπλέον, σε αντίθεση με άλλα έλαια, το ελαιόλαδο δε χρειάζεται να υποβληθεί σε χημική επεξεργασία. Όπως τα περισσότερα λίπη, το ελαιόλαδο περιέχει μεγάλο αριθμό θερμίδων. Εν τούτοις, λόγω της τάσης του να μειώνει τα επίπεδα χοληστερόλης, το ελαιόλαδο αποτελεί μια υγιεινή εναλλακτική λύση σε κορεσμένα λίπη όπως το βούτυρο, το φοινικέλαιο και ορισμένα φυτικά έλαια. Όσον αφορά την κατανάλωση του, δυο κουταλιές της σούπας την ημέρα είναι αρκετές για να καρπωθούμε τα οφέλη για την υγεία και κυρίως για την καρδιά.

Όσα θέλετε να μάθετε για τη Βιταμίνη D

Ανεπάρκεια της βιταμίνης D, ένα αναδυόμενο πρόβλημα για τη δημόσια υγεία στην Ελλάδα.

Ποια είναι η συμβολή της βιταμίνης D στον οργανισμό;

Η βιταμίνη D είναι μια στεροειδής ορμόνη που συμμετέχει στην εντερική απορρόφηση του ασβεστίου και στη ρύθμιση της ομοιόστασης του ασβεστίου. Κατά κύριο λόγο βοηθά στη διατήρηση εντός φυσιολογικών ορίων των επιπέδων στο αίμα του ασβεστίου και του φωσφόρου.

Βοηθά στην απορρόφηση του ασβεστίου για το σχηματισμό και τη διατήρηση ισχυρών, υγιών οστών καθώς και στην ενίσχυση της νευρομυϊκής λειτουργίας και έχει σημαντικές επιπτώσεις σε όλα σχεδόν τα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος.

Η ανεπάρκεια της βιταμίνης D έχει συνδεθεί με ένα ευρύ φάσμα ιατρικών καταστάσεων συμπεριλαμβανομένων των καρδιακών παθήσεων, της υπέρτασης, του σακχαρώδη διαβήτη και του καρκίνου.

Ποιες είναι οι πηγές πρόσληψης της βιταμίνης D για τον οργανισμό μας;

Η βιταμίνη D είναι μία λιποδιαλυτή βιταμίνη που συντίθεται στο δέρμα μετά από την έκθεση σε υπεριώδη ακτινοβολία.
Ωστόσο, η έκθεση στον ήλιο μπορεί να επηρεαστεί από την εποχή του έτους, το γεωγραφικό πλάτος, την ώρα της ημέρας, τον τύπο του δέρματος, τη χρήση των αντηλιακών και την ηλικία.

Λιγότερο από το 10% της βιταμίνης D προέρχεται από διαιτητικές πηγές σε απουσία εμπλουτισμού των τροφίμων ή χρήση των συμπληρωμάτων.

Μερικά τρόφιμα παρουσιάζουν υψηλή περιεκτικότητα σε βιταμίνη D, όπως ο σολομός, το σκουμπρί και η ρέγκα, τα γαλακτοκομικά προϊόντα, ο χυμός πορτοκαλιού και ορισμένα προϊόντα δημητριακών.

Πόσο επηρεάζει η έκθεση στον ήλιο τα επίπεδα της Βιταμίνης D;

Τα επίπεδα της βιταμίνης D μπορούν να αυξηθούν σημαντικά από την έκθεση στο ηλιακό φως.
Θεωρητικά, η καθημερινή έκθεση στον ήλιο για μερικά λεπτά είναι σε θέση να καλύψει τις ημερήσιες ανάγκες του οργανισμού στη συγκεκριμένη βιταμίνη.15-20 λεπτά έκθεσης στο ηλιακό φως από τις 10 π.μ. μέχρι τις 2 μ.μ., χωρίς αντηλιακό, 3 φορές την εβδομάδα είναι ικανό χρονικό διάστημα ώστε να παράσχει στον οργανισμό την απαιτούμενη ποσότητα βιταμίνης D.
Το διάστημα αυτό ο οργανισμός μπορεί να παράξει 10.000 μέχρι με 20.000 μονάδες (IU) βιταμίνης D. Ωστόσο, ιδιαίτερα τον χειμώνα, πολλά άτομα δεν προσλαμβάνουν επαρκή ποσότητα βιταμίνης D μέσω της ηλιακής ακτινοβολίας.

Ποια είναι η εξέταση που εκτελείται για την αξιολόγηση της βιταμίνης D;

O Medisyn χρησιμοποιεί μια ανοσοδοκιμασία, η οποία μετρά την ολική βιταμίνη D [25(ΟΗ)D].
Η επιστημονική βιβλιογραφία υποδεικνύει ότι ο συγκεκριμένος ανοσολογικός προσδιορισμός είναι ιδιαίτερα ακριβής και αξιόπιστος ως μέθοδος για την εκτίμηση της επάρκειας της βιταμίνης D.

Η μέτρηση της 25(ΟΗ)D, της κύριας μορφής κυκλοφορούσας βιταμίνης D, χρησιμοποιείται ως βοήθημα κατά τη διαδικασία εκτίμησης της επάρκειας της βιταμίνης D και για την παρακολούθηση της θεραπευτικής ανταπόκρισης σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία για διαταραχές που σχετίζονται με την ανεπάρκεια της βιταμίνης D.

Χαμηλές συγκεντρώσεις 25(ΟΗ)D μπορεί να προκύψουν από ανεπαρκές ηλιακό φως, διαιτητική ανεπάρκεια, κακή απορρόφηση της βιταμίνης, ή διαταραχές στο μεταβολισμό της στερόλης στο ήπαρ. Η δοκιμή αυτή επίσης είναι κατάλληλη για όλους τους ασθενείς που δε λαμβάνουν συμπληρώματα D2.

Για την ανίχνευση της ανεπάρκειας της βιταμίνης D, η μέτρηση της 1,25 - διυδροξυβιταμίνης D δε συνιστάται, καθώς τα επίπεδα μπορεί να είναι παραπλανητικά φυσιολογικά σε ασθενείς με σημαντική ανεπάρκεια της βιταμίνης D.

Η παχυσαρκία συμβάλει στην ανεπάρκεια της Βιταμίνης D;

Η παχυσαρκία, όπως είναι γνωστό, μπορεί να προκαλέσει πολλά προβλήματα υγείας, όπως αύξηση του κινδύνου για στεφανιαία νόσο (CHD) και σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔτ2). Μπορεί επίσης όπως φαίνεται να προκαλέσει και ανεπάρκεια σε βιταμίνη D.

Σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες προκύπτει ότι κάθε αύξηση κατά 10% στο Δείκτη Μάζας Σώματος (BMI), οδηγεί σε περαιτέρω πτώση κατά 4% της διαθέσιμης βιταμίνης D στον οργανισμό.

Ποια άτομα πρέπει να υποβάλλονται σε έλεγχο της Βιταμίνης D;

Τα άτομα που πρέπει να υποβάλλονται στον έλεγχο των επιπέδων της βιταμίνης D είναι:

• Τα άτομα με υποψία ανεπάρκειας βιταμίνης D (π.χ. άτομα με επίμονο, μη ειδικό μυοσκελετικό άλγος, ραχιτισμό, οστεομαλακία, οστεο-πόρωση, χρόνια νεφρική νόσο, ηπατική ανεπάρκεια, σύνδρομα δυσαπορρόφησης, υπερπαρα-θυρεοειδισμό).
• Τα άτομα που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για ανεπάρκεια βιταμίνης D (π.χ. εγκυμονούσες, θηλάζουσες, ηλικιωμένοι ενήλικες με ιστορικό μη τραυματικών καταγμάτων, παχύσαρκοι, εσώκλειστοι στο σπίτι και τα βρέφη που θηλάζουν χωρίς συμπληρώματα βιταμίνης D ή από μητέρες με ανεπάρκεια τη βιταμίνη D).
• Τα άτομα που υποβάλλονται σε θεραπεία με βιταμίνη D2 ή βιταμίνη D3.
• Τα άτομα με διαταραχές που σχετίζονται με μειωμένα επίπεδα 25(ΟΗ)D.
• Τα άτομα που λαμβάνουν ορισμένα φάρμακα που σχετίζονται με μειωμένα επίπεδα 25(OH)D, (αντιεπιληπτικά φάρμακα, γλυκοκορτικοειδή, φάρμακα του AIDS, αντιμυκητιασικά, χολεστυραμίνη).
• Τα άτομα με υποψία τοξικότητας (π.χ. άτομα με υπερασβεστιαιμία αδιευκρίνιστης προέλευσης).

Ποια είναι η επίδραση της εποχικότητας για τη βιταμίνη D;

Οι συγκεντρώσεις της 25(ΟΗ)D είναι συνήθως σε χαμηλότερα επίπεδα στο τέλος του Φεβρουαρίου και στο υψηλότερο σημείο τους κατά το τέλος του Αυγούστου. Αυτό το εποχιακό φαινόμενο είναι πιο αξιοσημείωτο σε βόρεια γεωγραφικά πλάτη από ό,τι στα νότια γεωγραφικά πλάτη όπου η ηλιοφάνεια έχει μεγαλύτερη διάρκεια. Έτσι, μπορεί να υπάρχουν περισσότερες απαιτήσεις για υψηλότερες δόσεις της βιταμίνης D, κατά τους χειμερινούς μήνες σε σχέση με τους καλοκαιρινούς μήνες. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα δεδομένα το ποσοστό των εξεταζόμενων που έχουν έλλειψη βιταμίνης D ποικίλλει εποχιακά από 21% στο τέλος του καλοκαιριού και 48% στο τέλος του χειμώνα.

Πόσο επηρεάζει η λήψη συμπληρωμάτων Βιταμίνης D τα επίπεδα της Βιταμίνης D στο αίμα?

Οι δύο μορφές της βιταμίνης D που χρησιμοποιούνται στα συμπληρώματα είναι η D2 (εργοκαλσιφερόλη) και D3 (χοληκαλσιφερόλη). Η D3 είναι η προτιμώμενη μορφή, καθώς είναι χημικά παρόμοια με τη μορφή της βιταμίνης D που παράγεται από τον οργανισμό και είναι πιο αποτελεσματική από τη D2 στην αύξηση της συγκέντρωσης της βιταμίνης D στο αίμα. Δεδομένου ότι η βιταμίνη D είναι λιποδιαλυτή, θα πρέπει να ληφθεί με ένα σνακ ή ένα γεύμα που περιέχει λίπος. Σε γενικές γραμμές, η λήψη συμπληρώματος 100 IU βιταμίνης D την ημέρα μπορούν να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις της στο αίμα κατά 1 ng/mL μετά από 2 έως 3 μήνες.

Ποια επίπεδα της Βιταμίνης D θεωρούνται επαρκή για τον οργανισμό μας;

O Medisyn ακολουθώντας τα σύγχρονα ιατρικά δεδομένα, προτείνει τα παρακάτω επίπεδα ως ενδεικτικά για την ταξινόμηση της κατάστασης της βιταμίνης D σύμφωνα με τη συγκέντρωση, εκφραζόμενη σε ng/mL, της 25(ΟΗ)D.

• Έλλειψη < 11 ng/ml
• Ανεπάρκεια 11 – 29 ng/ml
• Επάρκεια 30 - 100 ng/ml
• Τοξικότητα > 100-150 ng/ml
Κατάσταση Βιταμίνης D Εύρος τιμών
Έλλειψη  < 11
Ανεπάρκεια  11 – 29
Επάρκεια  30 - 100
Τοξικότητα  > 100

Τι σημαίνει η μονάδα ng/mL σύμφωνα με την οποία εκφράζεται το αποτέλεσμα?

Ένα νανογραμμάριο (ng) είναι ένα δισεκατομμυριοστό του γραμμαρίου. Τα αποτέλεσμα της δοκιμής σε ng/mL αναφέρεται στον αριθμό των νανογραμμάριων της 25(ΟΗ)D ανά χιλιοστόλιτρο (mL) του υγρού. Ο ιατρός σας θα συστήσει μια δοκιμή για να καθορίσει τα επίπεδα της βιταμίνης D στον οργανισμό του ασθενούς και θα αξιολογήσει το αποτέλεσμα της δοκιμής σε σχέση με πολλούς άλλους παράγοντες που επηρεάζουν την υγεία του ασθενούς, όπως το ιατρικό ιστορικό, το φύλο και την ηλικία.

Πόσο κοινή είναι η ανεπάρκεια βιταμίνης D;

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα δεδομένα έχει παρατηρηθεί ότι το 33% των εξεταζόμενων στα εργαστήρια Quest Diagnostics στις ΗΠΑ είχαν ανεπάρκεια βιταμίνης D, ενώ το 60% είχαν είτε ελλιπή ή υποβέλτιστα επίπεδα βιταμίνης D στον οργανισμό.

Απαιτείται ειδική διαιτητική προετοιμασία πριν από την εξέταση της βιταμίνης D;

O Βιοπαθολόγος σας θα σας ενημερώσει ότι δεν υπάρχει καμία ειδική διαιτητική απαίτηση πριν από τη συλλογή δείγματος, ενώ προτιμάται να έχει προηγηθεί νηστεία 8 έως 12 ώρες, ιδιαίτερα όταν η μέτρηση της συνδυάζεται με άλλες δοκιμές του οστικού μεταβολισμού.